Πολλά θα ήθελα να γράψω για το καινούργιο μου χωριό, τη Μήθυμνα, μήνες τώρα. Τι να πρωτοπώ όμως... Τα λέει όλα ο Παύλος στο ποίημα του, φίλος και συνάδελφος.
Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου 2012
Μήθυμνα...
Πολλά θα ήθελα να γράψω για το καινούργιο μου χωριό, τη Μήθυμνα, μήνες τώρα. Τι να πρωτοπώ όμως... Τα λέει όλα ο Παύλος στο ποίημα του, φίλος και συνάδελφος.
Τρίτη 17 Αυγούστου 2010
Πέρα στο ξάγναντο ακρογιάλι...
Πέρα στο ξάγναντο ακρογιάλι
ένα φτερό κλέψε
του κουρασμένου γλάρου
και κράτα τη θύμηση
του καυτερού ήλιου
Μάζεψε αφρό απ' το μελτέμι
και κλείσε του Αυγούστου το φεγγάρι
Κλέψε δυό βότσαλα της αμμουδιάς
να ροκανάνε οι πεινασμένες νύχτες
για αυτά που ποτέ δεν ερμηνεύτηκαν
ούτε ποτέ στους παραλήπτες επιδόθηκαν.
Πελαγοπλέοντος
Πέμπτη 24 Ιουνίου 2010
Ετούτο το τοπίο...
Τρίτη 30 Μαρτίου 2010
Η πιο όμορφη θάλασσα... του Ναζίμ Χικμέτ.

Να γελάσεις απ' τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο
Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα
Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ' όλα,
δε στο 'χω πει ακόμα.
Ναζίμ Χικμέτ
Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2009
Σαπφώ
Σαπφώ, λάδι σε καμβά, της Ευπραξίας Βαλάση - Σκλάβουκι ως έφτασαν ταχιά, χαμογελώντας
τι λαχταρά η ψυχή μου η φρενιασμένη
Γιατί αν φεύγει, γοργά από πίσω θα `ρθει,
Ω, έλα μου και τώρα, κι' απ' τις μαύρες
Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2009
Ερωτόκριτος
Ο Ερωτόκριτος και η Αρετούσα, έργο που φιλοτέχνησε ο Θεόφιλος Χατζημιχαήλ Η πρώτη έντυπη έκδοση του Ερωτόκριτου έγινε το 1713 στη Βενετία, ένα αντίγραφο της οποίας σώζεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, ενώ στο Βρετανικο Μουσείο σώζεται ένα χειρόγραφο του 1710. Μια πολή καλή επεξεργασία της έκδοσης του 1713 έχει κάνει ο Γιώργος Σαββίδης. Ολόκληρο το έργο μπορούμε να το βρούμε εδώ:
Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2009
Η λατρεία του Ορφέα στη Λέσβο
Orpheus Slain By The Thracian Women του Emile LevyΗ σαν της Θράκης ο αοιδός είχε το νου του χάσει
να δεί ξανά το φίλο του, το τέκνο του Βοριά,
και μέρα νύχτα καθόταν μέσα στα απόσκια δάση
και τραγουδούσε μονάχος να βρει παρηγοριά
γιατί έτρωγαν τα σπλάχνα του ακοίμητες φροντίδες
τον Κάλαϊν, τον Κάλαϊν παντοτινά ποθεί.
καθεμιά εχύθη επάνω του με κοφτερό σπαθί,
τι ζήλεψαν που παίνεσε του φίλου του τα κάλλη
και δεν τραγούδησε ομορφιές και μάγια γυναικών
κι αφού με τα λεπίδια τους του έκοψαν το κεφάλι,
τό 'ριξαν με τη λύρᾳ του στο κύμα το γλαυκό
τα δυό δετά με μια θηλιά, μαζί για να τα παίρνει
και να τα βρέχει ο αφριστός γιαλός ολημερίς...
κι ακούστηκε ήχος στο πέλαγος σαν λύρας λυγερής
και στα νησιά και στ' ανθηρά ακρογιάλια που το πήραν
και το κεφάλι οι κάτοικοι έθαψαν το ιερό
κι έβαλαν μες στο μνήμα του την πονεμένη λύρα,
που κίναγε πέτρες άλαλες και του Άδη το νερό!
στη Λέσβο πρώτα ηχολογούν απ' όλα τα νησιά.
Τους Θράκες πάλι ακούοντας τι έκαναν οι ζηλιάρες
γυναίκες τους, τους ἐπιασε θυμός κι απελπισία,
και στίξανε των θηλυκών το δέρμα να θυμίζουν
τα βένετα σημάδια τους το μαύρο φονικό
κι ακόμα τις γυναίκες τους ίσαμε τώρα στίζουν
για του Ορφέα τη σφαγή, τ' απίστευτο κακό.
Όταν οι γυναίκες της Θράκης σκότωσαν τον Ορφέα και πέταξαν τα μέλη του σώματός του στη θάλασσα, το κύμα έφερε τὸ κεφάλι καὶ τῇ λύρᾳ του στῇ Λέσβο, συγκεκριμένα στις ακτές της Αρχαίας Άντισσας. Τότε οι κάτοικοι της τα περιμάζεψαν και τα φύλασσαν σε "ιερό", ή αλλιώς στο "άδυτον", όπως αναφέρει ο Τυανέας Απολλώνιος που το είχε επισκεφτεί τον 1ο αιώνα π.Χ. Η παράδοση λέει ότι από τότε το κεφάλι του Ορφέα χρησμοδοτούσε.
Λέγεται ότι η φήμη του μαντείου ήταν τόσο μεγάλη που επισκίαζε τα υπόλοιπα μαντεία του Απόλλωνα, όπως πχ στο Γρύνειο, στη Κλάρο και στους Δελφούς (Φλάβιος Φιλόστρατος), καὶ ὅτι για να εμποδίσει τὴν περεταίρω εξάπλωση τῆς φήμης τοῦ Ορφέα, ο Ἀπόλλωνας τοῦ απαγόρευσε τὴν άσκηση τῆς μαντικῆς τέχνης.
Σύμφωνα μὲ τὶς πληροφορίες τοῦ Φιλόστρατου, τὸ "ἄδυτον" πράγματι υπῆρξε. Ο ἴδιος αναφέρει ὅτι βρισκόταν σὲ μια χαράδρα τῆς Λέσβου (ἐν κοίλῃ τῇ γῇ), όπου ακριβῶς βρίσκεται καὶ ο "Σπήλιος", βορειοανατολικὰ τῆς σύγχρονης Αντισσας. Απὸ τὸν Χαρίσῃ πληροφορούμαστε ὅτι η εἴσοδος τοῦ σπηλαίου ἔχει πλάτος 10 μ καὶ ὕψος 12 μ καὶ ὅτι εἶναι στραμμένη πρὸς τὰ νοτιοανατολικά, ενῶ τὸ εσωτερικὸ τοῦ αποτελεῖται απὸ ἔναν ωοειδῆ θάλαμο 600 τμ περίπου. Ο φωτισμὸς τοῦ εἶναι πολὺ καλός, λόγῳ τοῦ μεγάλου ανοίγματος τοῦ στομίου, καὶ η υγρασία μικρή, γεγονός που εξηγεῖ τὴν ἔλλειψη σταλακτιτικοὺ διακόσμου.
Η εσωτερικὴ τεχνητὴ διαμόρφωση τοῦ σπηλαίου (πρόναος καὶ ἄβατον), μοιάζει μὲ εκείνη τοῦ μαντείου τῆς Δωδώνης, αλλὰ καὶ μὲ ἄλλα μαντεῖα τῆς αρχαιότητας. Στον πρόναο οι επισκέπτες περίμεναν ενώ ο μάντης δεχόταν τὸν χρησμὸ στο ἄβατον. Ενδεικτικὴ εἶναι καὶ η πληθώρα αγγείων τελετουργικὴς χρήσεως (Βuccherο) τῆς αρχαϊκῆς περιόδου, τὴν εποχὴ δηλαδή που ξεκίνησε η λατρεία τοῦ Ορφέα στῇ Λέσβο.
Αξίζει να σημειωθεὶ ὅτι η ἔλλειψη αγγείων κατὰ τοὺς μεταγενέστερους χρόνους ταυτίζεται μὲ τὴν ξαφνικὴ διακοπὴ λειτουργίας τοῦ μαντείου που αναφέρει ο Φιλόστρατος. Αυτὸ προφανῶς αποδίδεται στῇν ιδρύσῃ ενὸς ανταγωνιστικοῦ μαντείου της Λέσβου, εκεῖνο τοῦ Ναπαίου Απόλλωνα. Ἂν καὶ σταμάτησε η λειτουργία τοῦ μαντείου, η λατρεία τοῦ Ορφέα στῇ Λέσβο συνεχίστηκε για πολλοὺς αιῶνες.
Δευτέρα 6 Απριλίου 2009
Στα χνάρια του Πάνα
Κλαπάδοςστεναγμούς σου, εκείνης που τόσο αγάπησες,
ακολουθώ.
Τις τραγίσιες πατημασιές που έχουν αφήσει στη
λάσπη τα πόδια σου, σε δύσβατα μονοπάτια,
ακολουθώ.
Κάποιες νύχτες κράτησε αυτό ή κάποιες στιγμές,
δεν ξέρω.
Ώσπου τα χνάρια σου αφήκαν να δηλούν ότι
κρύφτηκες σε μία σπηλιά.
Εκεί όπου οι Νύμφες του νερού έχουν σμιλεύσει
στα σωθικά της υφάσματα αλυπόρφυρα.
Εκεί όπου οι θνητοί κάποτε έσμιγαν τα κορμιά
τους ευλαβικά.
Τώρα όλα χορεύουν, στον ερωτικό ρυθμό
των στεναγμών σου.
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009
Ηχώ
Λεπέτυμνος
Κάποτε σκαρφάλωσα σε ένα βουνό.
Ήταν το ψηλότερο που είχα δει ως τότε στη ζωή μου.
Από ένα τόσο ψηλό βουνό, σκέφτηκα, σίγουρα θα μπορούσα να σε δω, όμως το μόνο που αντίκρισα ήταν οι ίδιες με βελόνες μυτερές κορφές των βράχων.
Τότε αποφάσισα να παίξω ένα παιχνίδι.
Έβαλα τις παλάμες μου σε σχήμα χωνιού στο στόμα και φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα:
"Είσαι εκεί;"
Και συνέβη κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ...
Απέναντί μου, μέσα στην άκρα σιωπή, πρόβαλε μια όμορφη κόρη, και βάζοντας κι αυτή τα χέρια της γύρω στο στόμα, απάντησε τρεις φορές, με παρατεταμένη, καθαρή φωνή:
"Είσαι εκεί… είσαι εκεί… είσαι εκεί;"
Αργότερα, έμαθα ότι ήταν μια παρθένα, που την είχαν αναθρέψει οι Νύμφες, και οι Μούσες της είχαν διδάξει την τέχνη του τραγουδιού, του αυλού και της σύριγγας. Αγαπούσε, λέει, τη μοναξιά και απέφευγε τη συντροφιά των θεών και των ανθρώπων, καθώς και τον ερώτά τους.
Ώσπου μία μέρα, σε μία περιπλάνηση της στα δάση είδε και ερωτεύτηκε παράφορα το Νάρκισσο. Εκείνος όμως την περιφρόνησε, γιατί ήταν ήδη ερωτευμένος... με τον εαυτό του.
Τότε εκείνη κρύφτηκε στις έρημες σπηλιές όπου ο πόνος και το πείσμα έλιωναν το σώμα της και εξάτμιζαν το αίμα της, και μόνο η φωνή της διατηρήθηκε καλά, που και αυτή ακόμα ακούγεται σαν επαναλήψη λέξεων άλλων…
Αράχνη
Κάποτε, μία τυχαία και εντελώς ασημάντη λέξη
προσδίδει μία απροσδοκήτη σημασία στο ποίημα,
όπως π.χ. στο εγκατελειμμένο υπόγειο, όπου
κανείς δεν κατεβαίνει από καιρό, το μεγάλο άδειο κιούπι,
στο σκοτεινό του χείλος περπατάει χωρίς νόημα μία αράχνη,
χωρίς νόημα για σένα, μα ίσως όχι για κείνη.
Γιάννης Ρίτσος
Ξακουστή η Αράχνη για τα υφαντά της αλλά και για την αλαζονεία της.
Καυχήθηκε κάποτε πως ήταν ανώτερη από την θέα στην υφαντική τέχνη και την προκάλεσε σε μονομαχία. Φυσικά αυτή η πρόκληση δεν μπορούσε να αφήσει αδιαφόρη την κόρη του Δία, πολύ περισσότερο αφού προερχόταν από μια θνητή.
Και έτσι ο αγώνας άρχισε...
Ύφαινε και κεντούσε η Αθηνά την Ακρόπολη, τον αγώνα της με τον Ποσειδώνα, που θα έκρινε ποιος από τους δυο θα κέρδιζε την Αθήνα. Κι ακόμη κεντούσε την ιστορία του βασιλιά της Θράκης που μαζί με την γυναίκα του Ροδόπη περηφανεύτηκαν πως είχαν τη δύναμη του Δία και της Ήρας και γι' αυτή τους την ασέβεια ο Δίας τους μεταμόρφωσε σε βουνά.
Ύφαινε και κεντούσε και η Αράχνη ιστορίες των θεών και έδειχνε σε αυτές τις πολλές μεταμορφώσεις του Δία, που άλλοτε γινόταν ταύρος, άλλοτε κύκνος, άλλοτε χρυσή βροχή...
Όταν τέλειωσε ο αγώνας η Αθηνά πήρε στα χέρια της το κέντημα της Αράχνης, άδικα προσπάθησε να βρει κάποιο ψεγάδι.
Ήταν το καλύτερο που είχε δει ποτε της...
Δεν ήταν δυνατόν όμως να αφήσει ατιμώρητη την ασέβεια και την αλαζονεία της, γι΄αυτό την άγγιξε στο μέτωπο με την σαϊτα της και την μεταμόρφωσε σε έντομο, κι εκείνη τρελή απ' το κακό της τύλιξε στο λαιμό της όση κλωστή είχε περισσέψει στο αδράχτι και με αυτήν κρεμάστηκε από το ταβάνι του σπιτιού της.
Η θεά όμως την λυπήθηκε, και την άφησε να ζήσει, καταδικασμένη, να κρέμεται πάντα στα ταβάνια και να περπατάει στα σκοτεινά και εγκατελειμένα υπόγεια των σπιτιών και εκεί να υφαίνει αδιάκοπα, μη μπορώντας να ξεχάσει την παλιά της τέχνη.



