Τετάρτη 12 Σεπτεμβρίου 2012
Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις…
Παρασκευή 9 Μαρτίου 2012
Οι αιώνιοι νόμοι...
Το πουπουλένιο κουφάρι αυτό της πεταλούδας θαρρώ πως είναι το μεγαλύτερο βάρος που έχω στη συνείδησή μου. Και να, σήμερα κατάλαβα βαθιά: είναι θανάσιμο αμάρτημα να βιάζεις τους αιώνιους νόμους∙ έχεις χρέος ν’ ακολουθάς τον αθάνατο ρυθμό μ’ εμπιστοσύνη.
N. Καζαντζάκης, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά
Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012
Τι είναι αυτό που ζητάτε, άνθρωποι...
Ερώτηση του Ήφαιστου, που με δραματικό τρόπο εισάγει ο Αριστοφάνης στο τελευταίο μέρος του μύθου του, στο πλατωνικό Συμπόσιο...
Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012
Ο Σεφέρης στη Μαρώ...

Το 1935 ο Γ. Σεφέρης ήταν 35 ετών όταν είδε για πρώτη φορά την Μαρώ, σε μια εκδρομή στο Σούνιο. Οι επίσημες ωστόσο συστάσεις έγιναν σε μια εσπερίδα, στις αρχές του 1936. Ο έρωτας δεν άργησε να έρθει...
Τίποτα δεν αγριεύει τη φλόγα του έρωτα περισσότερο από τη δυσφορία του οικογενειακού περιβάλλοντος των ερωτευμένων. Ούτε οι νουθεσίες του Στυλιανού Σεφεριάδη (πατέρας του ποιητή), ούτε οι οργίλες συστάσεις του Αντρέα Λόντου (συζυγος της Μαρώς), είχαν κατασταλτικά αποτελέσματα, όταν έμαθαν για την σχέση του παράνομου ζευγαριού.
Όνειρα θολερά, σκοτοδίνες αλλόκοτες και αδιαθεσίες βασανίζουν για μήνες τη γυναίκα που σήκωσε το βάρος της ευθύνης του χωρισμού. Ο ποιητής φεύγει για λίγες μέρες διακοπές στο Πήλιο, ξαναγυρίζει στην Κορυτσά, σκίζει τα γράμματα που είχε λάβει ως τότε από την αγαπημένη του και βυθίζεται στη σιωπή.
Το Φθινόπωρο του ίδιου χρόνου τα πράγματα αλλάζουν. Το πείσμα του Αντρέα Λόντου έχει μαλακώσει και η Μαρώ είναι ελεύθερη από ουσιαστικές και τυπικές δεσμεύσεις. Τον Απρίλιο του 1941 επισημοποιείται η σχέση του Σεφέρη και της Μαρώς, λίγο πριν αναχωρίσουν για την Αίγυπτο.

Αθήνα, Κυριακή πρωί
29 Σεπτεμβρίου, 1940
Μόλις πήρα το πρωινό μου και διάβασα το γράμμα σου. Ανάσανα που ξέρω πως έρχεσαι την Παρασκευή. Δεν ξέρεις πως σε περιμένω. Γιατί αυτές τις μέρες σ' έχω φρικτά επιθυμήσει. Τι τα θέλεις, σε στερήθηκα όλο το καλοκαίρι και γιατί ήσουν μακριά μου και γιατί ίσως, μ' όλες αυτές τις ανόητες ιστορίες, κι όταν ήσουν ακόμα κοντά μου, δεν σε είχα όπως ήθελα.
Όλο μου το σώμα πονεί από επιθυμία. Σκέφτομαι πως μπορεί να σε κρατήσω γυμνή πάνω μου και όλα χάνουνται, όπου και να βρίσκομαι, ό,τι και να κάνω. Είναι αστείο κάποτε να βλέπω τον εαυτό μου σαν έναν υπνοβάτη ή σαν έναν τυφλό που σε ψάχνει με τις παλάμες απλωμένες και με τα μάτια κλειστά. Είμαι ελεεινά καυλωμένος, χρυσό, και δε σκέφτομαι τίποτε άλλο παρά πως θα σε γαμήσω ατελείωτα μια ολόκληρη νύχτα.
Και δεν μπορώ να σου το πω αλλιώς.
Γιώργος
Υ.Γ. Γράψε μου δυο λόγια μόλις λάβεις το γράμμα.
Και μην ξεχνάς να γράφεις σωστά τη διεύθυνση μου.
Πέμπτη 26 Μαΐου 2011
Απλώς κάθονται...
'Εργο του Κανέλλης Ορέστης- Μα τι είναι αυτό, βρε Ορέστη, τόλμησα και του είπα, κάπως απορημένος.
-Τι είναι; Τι είναι; με έκοψε οργισμένος ο φίλος μου. Απλώς κάθονται, είπε!
- Ε, τότε, του είπα, όταν θα το εκθέσεις, να βάλεις κάτω από το σχέδιο σαν τίτλο: "απλώς κάθονται".
Αυτό το "απλώς κάθονται", χρόνια κατόπι χρησίμευε στην παρέα μας για να εκφράζει αυτό που πραγματικά έδειχνε το σχέδιο του Ορέστη".
Απόσπασμα από το βιβλίο του Ασημάκης Πανσέληνος "Νερά και χώματα και άλλα πολλά".
Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010
Η ιστορία μιας Αμαδρυάδας... (αυτογνωσία)
Στεκόταν μόνη της στο βοριά, που είχε βαλθεί λες να την ξεριζώσει. Όμως δεν φοβόταν, γιατί ήταν κόρη του Ουρανού, αρχαιότερη από τις κόρες του Διός. Μέσα της κατοικούσε μια Αμαδρυάδα, η οποία την προστάτευε και μοιραζόταν τη μοίρα της. Έτσι αντίκριζε κατάματα τον Ήλιο χωρίς να φοβάται καθόλου. Ήξερε ότι έπρεπε να μείνει όρθια...
Όταν ο άνεμος κουράστηκε πολύ και όλα γαλήνεψαν μέσα στη σιγαλιά της Ανατολής, μικρά μπουμπούκια ξεπρόβαλλαν στις άκρες των βλαστών της, στεφανωμένα με το μωβ χρώμα του λουλουδιού που έκρυβαν μέσα τους. Η Λυγαριά κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα...
Άνοιξε τότε την αγκαλιά της και μια αιθέρια μυρωδιά πλημμύρισε το χώρο. Ό,τι μάζευε με υπομονή τόσο καιρό από τον ήλιο, το νερό και τη γη, ό,τι φύλαγε με τόση προσπάθεια στις καταιγίδες και ό,τι καλύτερο έφτιαξε μέσα στην καρδιά της, τώρα επιτέλους μπορούσε να το φανερώσει.
Έτσι χάρισε την ομορφιά και το άρωμά της ακούραστα σε όλη την Πλάση... χωρίς να κρατήσει τίποτα δικό της.
Συνεχίζεται...
Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010
Η ιστορία μιας Αμαδρυάδας... (μεγάκοσμος)
Ως εκεί που έφτανε η ματιά του, πράσινη χλόη σκέπαζε το χώμα και χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια τη στόλιζαν εδώ κι εκεί. Ψηλά και απόκρημνα βουνά κάλυπταν τούτη τη γη αλλά και εύφορες πεδιάδες, κατάφυτες από αμπέλια και ελιές που έφταναν μέχρι την θάλασσα. Αυτός ο τόπος* τα είχε όλα, δικαιώνοντας την έκφραση "και ορνίθων γάλα φέρει η νήσος", που του έδωσε ο ποιητής του 4ου π.Χ. αι. Μένανδρος.
Κι εκεί που τελείωνε το πράσινο, άρχιζε το βαθύ γαλάζιο τ' ουρανού...
Εκεί ψηλά βρίσκονταν οι πλανήτες και τ' αστέρια, ιεραρχικά οργανωμένα σε σμήνη και γαλαξίες, και οι τελευταίοι πάλι, σε σμήνη γαλαξιών. Για κείνους που ταξιδεύουν, τ' αστέρια είναι οδηγοί. Για άλλους δεν είναι παρά μικρά φώτα. Για άλλους, τους σοφούς, είναι προβλήματα. Λέγεται, ότι όσα είναι ορατά με γυμνό μάτι, ανήκουν στο Γαλαξία μας και παρά τους σχετικούς μύθους ότι δεν μπορούν να μετρηθούν, δεν ξεπερνούν τις τρεις χιλιάδες.
Τι μεγάλος που ήταν ο κόσμος...
*Είναι η Σάμος, η οποία στην αρχαία φιλολογία αναφέρεται με ποιητικά επίθετα, όπως Υδρηλή, για τα πολλά νερά της, Δόρυσα, Δρύουσα και Κυπαρισσία για τα ξύλα και τα δέντρα της, Μελάνθεμος Φύλλις και Ανθεμίς, για την πλούσια βλάστηση και τα πολλά άνθη της.
Συνεχίζεται...
Κυριακή 29 Αυγούστου 2010
Η ιστορία μιας Αμαδρυάδας... (μικρόκοσμος)
Εκεί μέσα στη γη, το χώμα τον αγκάλιαζε απαλά. Τον προστάτευε και τον έτρεφε, γιατί δεν μπορούσε να κάνει τίποτα από μόνος του. Όλα ήταν στοργικά και φιλόξενα για τον μικρό σπόρο, κι αυτός ένιωθε όμορφα που ακουμπούσε στο χώμα. Απλώθηκε λοιπόν όσο μπορούσε και ρίζωσε στη γη.
Μέσα στο υγρό και σκοτεινό σπίτι του, υπήρχε ένα αόρατο εργαστήρι. Μια ομάδα από ειδικευμένους οργανισμούς δούλευαν για να καταστήσουν παραγωγικό και γόνιμο το ανώτερο στρώμα του εδάφους. Στα πρώτα 5 έως
Αμέσως κάτω από τη ζώνη της αποσύνθεσης ακολουθεί η ζώνη του χούμου, η οποία είναι από 10 έως
Ο μικρός σπόρος έβλεπε όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα που συνέβαιναν γύρω του και ήθελε να δώσει κι εκείνος ότι καλύτερο είχε. Μάζεψε λοιπόν όλη τη δύναμή του και πέταξε ένα μικρό πράσινο βλαστάρι. Το βλαστάρι χώθηκε μέσα στο μαλακό χώμα, ψήλωνε και μεγάλωνε. Δεν του έφτανε πια το υγρό και σκοτεινό σπίτι του, ήθελε να δει και να μάθει καινούργια πράγματα, είχε έρθει η ώρα να δοκιμάσει τι μπορεί να κάνει στη ζωή.
Τρύπησε τότε τη γη κι έβγαλε το κεφαλάκι του έξω...
Συνεχίζεται...
Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010
Λόγια σοφών...
Αν νομίζεις ότι μπορείς να κατακτήσεις τον κόσμο,
πιστεύω ότι θα αποτύχεις.
Να τον κάνεις πιο τέλειο δεν μπορείς.
Αν θελήσεις να τον αλλάξεις, θα τον καταστρέψεις.
Αν θελήσεις να τον πιάσεις, θα τον χάσεις.
Έτσι άλλοτε τα πράγματα πάνε μπρος, άλλοτε μένουν πίσω.
Άλλοτε ανασαίνουν δύσκολα, άλλοτε χωρίς κόπο.
Άλλοτε είναι δυνατά, άλλοτε αδύναμα.
Άλλοτε κάτι μας ανυψώνει, άλλοτε μας ρίχνει.
Γι' αυτό ο σοφός αποφεύγει τις υπερβολές, τα άκρα και
την αλλαζονεία.
Λάο Τσε
Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2009
Βράχος ή όνειρο σκιάς ο άνθρωπος;
Gouache σε χαρτί, του Γιάννη Τσαρούχη Άλλοι πάλι λένε ότι μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνοι τους τα καλά και τα άσχημα όταν αυτά έρχονται στη ζωή τους. Ισχυρίζονται μάλιστα ότι το αύριο τους βρίσκει τρανότερους, ότι κι αν συμβεί! Μαλακίες. Με αυτό τον τρόπο απλά προσπαθουν να περιφρουρήσουν την αξιοπρέπειά τους μέσα στην δυστυχία τους.
"Τι είναι κάποιος; Τι δεν είναι κάποιος; Όνειρο σκιάς ο άνθρωπος". Πίνδαρος
Αλήθεια, ποιο πράγμα είναι ασθενέστερο από τη σκιά;
Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

Μην θεωρείς λοιπόν τον εαυτό σου κάτι άλλο από άνθρωπο. Και σίγουρα μην νομίζεις ότι είσαι κάτι ανώτερο απαό άνθρωπος, αν έχεις πείσει τον εαυτό σου ότι όλα τα έχεις καλώς καμωμένα - στην διάρκεια όχι ενός μήνα αλλά έστω και μιας μέρας μόνο. Πάνω σ' αυτό, αν είσαι πνεύμα αντιλογίας, θες από συνειδητή επιλογή ή από κακή συνήθεια ή επειδή είσαι εριστικός εκ φύσεως, ίσως πεις ότι οι σοφοί είναι κάτι άλλο από κανονικοί άνθρωποι. Στο επιχείρημά σου αυτό να αντιτάξεις το δικό μου, που έχει δυο σκέλη. Το πρώτο, ότι μόνο ο σοφός άνθρωπος είναι ολότελα αλάνθαστος, και το δεύτερο, που στηρίζεται πάνω στο πρώτο, ότι αν ο σοφός είναι ολότελα αλάνθαστος τότε δεν είναι άνθρωπος τουλάχιστον ως προς αυτό. Γι αυτό και θα ακούσεις από τους πολύ παλιούς φιλόσοφους να λένε ότι η σοφία σημαίνει εξομοίωση με το θεό.
Όμως εσύ ποτε δεν θα μπορούσες να γίνεις ξαφνικά όμοιος με θεό. Εδώ, για άτομα που σε όλη τους την ζωή αγωνίστηκαν να απαλλαγούν από τα πάθη, δεν έχει γίνει πιστευτό ότι το κατόρθωσαν αυτό στην εντέλεια, πόσο μάλλον εσύ πού ποτε δεν έκανες καμία προσπάθεια. Μην εμπιστευτείς λοιπόν όποιον σου πει ότι δεν βλέπει καμιά ενέργειά σου να υπαγορεύεται από πάθος, θεώρησε ότι σου μιλάει έτσι είτε επειδή δεν θέλει να σε ωφελήσει ή προτιμά να μην προσέξεις τα ελαττώματά σου ή επειδή παίρνει τα μέτρα του μήπως σου γίνει αντιπαθής. Μπορεί και να σε είδε κάποτε να δυσανασχετείς με κάποιον που σε επέκρινε για τα πάθη και τα σφάλματά σου, και τώρα δικαιολογημένα κρατά το στόμα του κλειστό επειδή δεν πιστεύει ότι είσαι ειλικρινής όταν του λες ότι θέλεις να γνωρίσεις ένα - ένα τα σφάλματά σου.
Κάποια στιγμή αργότερα, όταν νοιώσεις ότι πια τα πάθη σου έχουν καταλαγιάσει αρκετά, θα δώσεις απαντήση σε όποιον σε πρόσβαλλε. Όχι όμως με πικρία ούτε με τρόπο επιτιμητικό ή εριστικό, δίνοντας την εντύπωση ότι θέλεις να τον κατατροπώσεις, αλλά με σκοπό το δικό σου όφελος: έτσι που αν σου ανταπαντήσει με κάτι αληθοφανές, απλώς και μόνο για να σε αντικρούσει, εσύ ή να πειστείς ότι αυτός έχει καλύτερη άποψη ή μετά από προσεχτικό έλεγχο να βρεις ότι οι αιτιάσεις του είναι αβάσιμες.
Με τον ίδιο τρόπο είχε και ο Ζήνων την αξίωση να σταθμίζουμε τις πράξεις μας: σαν να πρόκειται ύστερα από λίγο να τις δικαιολογήσουμε στους παιδαγωγούς μας. Γιατί παιδαγωγούς χαρακτήριζε ο Ζήνων τους πολλούς που είναι πρόθυμοι να επιπλήττουν ανθρώπους του περιβάλλοντος τους, ακόμα και αν δεν τους το ζητάει κανείς"
Γαληνός , Περί Διαγνωσες και Θεραπείας των Εκάστου Ψυχή ιδίων Παθών 10,8-13,7
Τετάρτη 1 Απριλίου 2009
Ὁ Ἑλληνικὸς τόπος καὶ ἡ Ἑλληνικὴ τέχνη
Ἱερὸ τῶν ΜέσωνΗ ιστορία λέει ὅτι κάποτε ἔνας σοφιστής, ποῦ γύριζε στην Ελλάδα για να δείξει τῇ δεξιοτεχνία τοῦ, ἔφτασε καὶ στῇ Σπάρτη, λογαριάζοντας ὅτι θα ἄρεσε στους Σπαρτιάτες ν' ακούσουν ωραία λόγια για τὸν κατεξοχὴν Δωρικὸ ἥρωα, ἄρχισε να απαγγελεῖ ἔναν ἔπαινο στον Ηρακλή. Μὰ στις πρῶτες λέξεις τοῦ κιόλας τὸν ἔκοψε ἔνας Σπαρτιάτης απὸ κάτω μὲ τὴν ερωτήσῃ: "Καὶ ποῖος τὸν κατηγορεῖ τὸν Ηρακλή;"
Δεν θα εἶναι πολὺ ευκολότερη η θεση εκείνου που θα θελήσει σήμερα να μιλήσει επαινετικὰ για τὴν ομορφιὰ τοῦ ελληνικοῦ τοπίου. Δεν τὴν αρνιέται κανεὶς εἴτε μέσα στην Ελλάδα εἴτε ἔξω απ' αυτήν.
Απὸ τότε που οι Ευρωπαίοι ἄρχισαν να τὴν προσέχουν περισσότερο, εδώ καὶ 200 περίπου χρόνια, μερικοί, προπάντων βόρειοι, αισθάνθηκαν κάποτε να τοὺς λείπει στην Ελλάδα η ζωηρὴ καὶ ἄφθονη πρασινάδα τῆς πολλῆς υγρασίας. Ὅλοι ὅμως - γεωγράφοι ἣ ιστορικοὶ τῆς τέχνης ἣ καλλιτέχνες ἣ καὶ λαϊκοὶ - ἔχουν καταλάβει σήμερα, ὅτι δεν μπορεὶ να εἶναι τέτοιο τὸ ἔδαφος, ὅπου φύτρωσε ο ελληνικὸς πολιτισμὸς καὶ η ελληνικὴ τέχνη (τὸ ξερικὸ χωράφι δὲ δίνει πάντοτε καρπό, ἂν ὅμως πετύχει η σοδειά, η γεύσῃ τοῦ καρποῦ τοῦ δὲ συγκρίνεται μὲ τοῦ ποτιστικού).
Η προσπάθεια τῶν σημερινῶν εἶναι να συλλάβουν ὄσο γίνεται πιὸ σφιχτά, ὄσο γίνεται πιὸ ταιριαστὲς τὴν πρωτοτυπία καὶ τὶς διάφορες ὄψεις τῆς ομορφιὰς τοῦ ελληνικοῦ τόπου γιατὶ η πολυμορφία τοῦ λίγου αυτοῦ τόπου καὶ η πολλαπλότητα τῶν στιγμῶν τοῦ - στοιχεῖα σύμφυτα τῆς πρωτότυπης ομορφιὰς τοῦ - εἶναι τόση, ὥστε η διατύπωση τῆς εἶναι γύμνασμα ἄξιο τοῦ πιὸ μεγάλου καλλιτέχνη.
Μπορεὶ κανεὶς να επαναλάβει γι' αυτὸ εκεῖνο που ἔλεγε για τὸ "ὅν" ο Γοργίας: "εἰ καὶ καταληπτόν, αλλὰ τοι γὲ ανέξοιστον καὶ ανερμήνευτων τῷ πέλας" (καὶ ἂν ακόμη μπορεὶ κανεὶς να τὸ συλλάβει, δεν μπορεὶ ὅμως να τὸ εκφράσει καὶ να τὸ εξηγήσει στον ἄλλον). Αυτὴ τῇ σημασίᾳ ἔχει, στο βάθος, η διαπίστωση τῶν σπουδαιοτέρων μελετητῶν τῆς αρχαιότητας, ὅτι στις περιγραφὲς (μὲ λέξεις ἣ μὲ χρώματα) αλλὰ καὶ στην ποίησῃ καὶ στ' αγάλματα καὶ στους ναοὺς τῶν Ελλήνων, δηλαδὴ στον κόσμο τῶν συμβόλων θα βροῦμε ἔκφραση τοῦ ελληνικοῦ τόπου ισοδύναμη μὲ τὸν πρωτότυπο χαρακτῆρα τοῦ. Δεν εἶναι πολὺ συχνὸ να μπορεὶ κανεὶς μὲ τὰ ἴδια σχεδὸν λόγια να μιλάει για τὸν τόπο ἣ για τὰ μνημεῖα τοῦ.
Τὸ αισθανόμαστε αυτὸ ἄμεσα προπάντων στα μεγάλα ελληνικὰ ιερά, ὅπου τὸ θέμα αποκτάει καὶ ἅλλῃ, ξεχωριστὴ θερμότητα. Πουθενὰ αλλοῦ δὲ βλέπουμε τῇ βαθιὰ καὶ στενὴ συνάφεια τῶν παραγόντων καὶ τῶν εκδηλώσεων τοῦ ανθρώπινου πολιτισμοῦ, δηλαδὴ τοῦ τόπου, τῆς θρησκείας, τῆς ιστορίας καὶ τῆς τέχνης, τόσο ζωντανὴ καὶ συναρπαστικὴ καὶ διδακτικὴ ὄσο στα αρχαία ιερά. Μέσα σὲ αυτὰ συγκεντρώθηκε μὲ τὸν καιρὸ καλλιτεχνικὸς πλοῦτος τεράστιος καὶ εξαιρετικὸς σὲ ποιότητα, ακριβῶς επειδὴ ἤταν εστίες θρησκευτικῆς ζωῆς βαθιὰς καὶ ἔντονης.
Τὰ κτίρια, τὰ γλυπτά, καὶ τὰ ζωγραφιστὰ ἔργα τοῦ ιεροῦ τὰ αφιέρωναν οι αρχαῖοι στο θεό, επειδὴ αισθάνονταν ως αυτονόητο χρέος να τοῦ δείξουν καὶ μὲ υλικὸ τρόπο τὴν ευγνωμοσύνη τοὺς για τὴν νίκη ἣ για όποια ἅλλῃ επιτυχία καὶ ἔπρεπε να εἶναι τέτοια ὥστε να αρέσουν στο θεό, να τὸν κάνουν να καμαρώνει για τὸ σπίτι τοῦ (ἄγαλμα=αγάλεσθαι τὸν θεόν) καὶ να τοὺς εἶναι καὶ στο μέλλον ευνοϊκός: ἔπρεπε να εἶναι "τέλεια", εξαίρετα στο υλικὸ καὶ στην καλλιτεχνικὴ ποιότητα. Μὲ τέτοιο πνεῦμα αφερωμένα τὰ αρχιτεκτονικὰ ἣ γλυπτικὰ ἣ ζωγραφιστὰ μνημεῖα τοῦ ιεροῦ θα μπορούσαν να ἔχουν ὅλα ως επίγραμμα τοὺς στίχους τοῦ Σολωμού: "Κι εἶναι δικό σου δόξασμα, δικὸς σοῦ πλοῦτος εἶναι, πνεῦμα καλό, ποὺ σ' ἄρεσε φωνὴ να μοῦ χαρίσεις."
Τὸ θαυμαστὸ εἶναι ὅτι σὲ κανέναν ελληνικὸ ερειπιῶνα δεν αισθανόμαστε ασυμφωνία ανάμεσα στον χαρακτῆρα τοῦ τόπου καὶ στην αρχιτεκτονικὴ μορφὴ τῶν μνημείων τοῦ. Τὸ υλικὸ καὶ τὸ χρῶμα τοὺς, η κάτοψη τοὺς, οι αναλογίες τοὺς καὶ η μορφὴ τῶν μελῶν τοὺς, η συνταξῃ τῶν μνημείων σὲ μικρὲς ομάδες, ὅπου τὸ κάθε στοιχεῖο, ενῶ βοηθάει για τὸ σύνολο, δὲ χάνει τὴν αυθυπαρξία τοῦ, καὶ ὅπου η κάθε ομάδα δὲ λησμονεὶ τὴν ύπαρξῃ τῆς ἄλλης, δείχνουν ασύγκριτη ευαισθησία για τὸν τόπο, τόση ὥστε φαίνεται σὰν αυτὸς να καλεῖ τὰ μνημεῖα να εἶναι τέτοια, καὶ τούτα πάλι ἔχουν τόσο πολὺ κρατήσει στην ουσίᾳ τῆς μορφῆς τοῦ τόπου, δίνοντας τῆς σταθερότητα καὶ διάρκεια, ὥστε δεν εἶναι σπάνιο να μας οδηγήσουν, αυτὰ πρῶτα, στο να προσέξουμε τὴν ιδιομορφία τοῦ τόπου.
Τοῦ Χρηήτου Καρούζου
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009
Πείραμα

Τὴν επόμενη ποῦ φορά που θα βρεθοῦμε στην ὕπαιθρο ἂς κάνουμε τὸ εξῆς πείραμα:
Ἂς πιάσουμε λίγο χῶμα στα χέρια μας, καὶ ἂς αναρωτηθοῦμε...
Εἴμαστε σὲ θέση να ἐκτιμήσουμε τὴν αξία τοῦ, τὰ δισεκατομμύρια χρόνια υπάρξής του, τοὺς εκατομμύρια μικροοργανιμούς που υπάρχουν σ' αυτό, τὴν γονιμότητά του καὶ τὸ απόθεμα τοῦ πλούτου που πρέπει να χαροῦν καὶ οι μελλοντικὲς γενιὲς;
Τι είναι αυτό, Δαίδαλε, που σε κάνει να κοιτάζεις ψηλά και να θέλεις να πετάξεις;

Υποκινείς το ίδιο σου το παιδί να μεταχειριστεί την εφεύρεσή σου και το εξορκίζεις να μην πλησιάσει απερίσκεπτα τον ήλιο. Δεν σκέφτηκες ότι τυφλωμένος από την ματαιοδοξία του δεν θα ακολουθήσει τη συμβουλή σου;
Το κακό όμως δεν θα αργήσει να έρθει...
Ένας και μόνο μύθος δεν αρκεί για να εξαντλήσει την αληθινή διεργασία του ψυχισμού του παιδιού σου, που στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκος απ' όσο μπορεί να φανταστεί κανείς.
'Ιρις
Περιοχή Ντούμπες, Στύψη Λέσβου
Ήταν κόρη του Θαύμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας.
Οι Έλληνες την φαντάζονταν φτερωτή και ορμητική σαν θύελλα με πολύχρωμο χιτώνα, να πετά ανάλαφρη σαν τον αέρα στα ουράνια πάνω από στεριές και θάλασσες και να φέρνει σε θνητούς και αθάνατους τις παραγγελειές.
Ο μύθος λέει πως όταν οι θεοί ήθελαν να ορκιστούν, ο Δίας έστειλε την Ίριδα να γεμίσει από την Στύγα, τη μαύρη πηγή του Άδη, το χρυσό της ποτήρι. Ο δρόμος που ακολουθούσε στον ουρανό χαρασσόταν επτάχρωμος καθώς μετέφερνε το "ιερό ύδωρ". Μετά οι θεοί το έχυναν στη γη, ορκίζονταν στα νερά της Στύγας και ο όρκος τους πια ήταν αμετάκλητος.
Άραγε χάνεται η μαγεία του μύθου που αναδίδει η ομορφιά της Ίριδας όταν μέσα από το πρίσμα αναλύσουμε το φως στα χρώματα της;
Όχι βέβαια, τα μυστήρια δεν χάνουν ποτέ την γοητεία τους.
Και αν προσπαθήσουμε να την πλησιάσουμε και να απλώσουμε το χέρι μας, θα καταφέρουμε άραγε να την αγγίξουμε;
Τραγικό πλάσμα ο άνθρωπος. Ενας Δον Κιχώτης, που βαδίζει μέσα σε αυταπάτες, πλασμένος από λύπη, τρέλα κι ελπίδα, θαρρεί πως μπορεί να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει μία θεά.
Ιθάκη

Ένα όνομα ταυτισμένο με την ιδέα της νοσταλγίας και της επιστροφής, ως τελικού και ιδανικού σκοπού, μέσα από ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες.





