Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Eλληνική Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Eλληνική Μυθολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010

Η ιστορία μιας Αμαδρυάδας... (αυτογνωσία)

Λυγαριά, στο Ηραίον της Σάμου

Τώρα πια ο μικρός βλαστός είχε μεταμορφωθεί σε μια πανέμορφη Λυγαριά.

Στεκόταν μόνη της στο βοριά, που είχε βαλθεί λες να την ξεριζώσει. Όμως δεν φοβόταν, γιατί ήταν κόρη του Ουρανού, αρχαιότερη από τις κόρες του Διός. Μέσα της κατοικούσε μια Αμαδρυάδα, η οποία την προστάτευε και μοιραζόταν τη μοίρα της. Έτσι αντίκριζε κατάματα τον Ήλιο χωρίς να φοβάται καθόλου. Ήξερε ότι έπρεπε να μείνει όρθια...

Όταν ο άνεμος κουράστηκε πολύ και όλα γαλήνεψαν μέσα στη σιγαλιά της Ανατολής, μικρά μπουμπούκια ξεπρόβαλλαν στις άκρες των βλαστών της, στεφανωμένα με το μωβ χρώμα του λουλουδιού που έκρυβαν μέσα τους. Η Λυγαριά κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα...

Άνοιξε τότε την αγκαλιά της και μια αιθέρια μυρωδιά πλημμύρισε το χώρο. Ό,τι μάζευε με υπομονή τόσο καιρό από τον ήλιο, το νερό και τη γη, ό,τι φύλαγε με τόση προσπάθεια στις καταιγίδες και ό,τι καλύτερο έφτιαξε μέσα στην καρδιά της, τώρα επιτέλους μπορούσε να το φανερώσει.

Έτσι χάρισε την ομορφιά και το άρωμά της ακούραστα σε όλη την Πλάση... χωρίς να κρατήσει τίποτα δικό της.


Συνεχίζεται...


Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Η ιστορία μιας Αμαδρυάδας... (μεγάκοσμος)

Σάμος

Ως εκεί που έφτανε η ματιά του, πράσινη χλόη σκέπαζε το χώμα και χιλιάδες πολύχρωμα λουλούδια τη στόλιζαν εδώ κι εκεί. Ψηλά και απόκρημνα βουνά κάλυπταν τούτη τη γη αλλά και εύφορες πεδιάδες, κατάφυτες από αμπέλια και ελιές που έφταναν μέχρι την θάλασσα. Αυτός ο τόπος* τα είχε όλα, δικαιώνοντας την έκφραση "και ορνίθων γάλα φέρει η νήσος", που του έδωσε ο ποιητής του 4ου π.Χ. αι. Μένανδρος.

Κι εκεί που τελείωνε το πράσινο, άρχιζε το βαθύ γαλάζιο τ' ουρανού...

Εκεί ψηλά βρίσκονταν οι πλανήτες και τ' αστέρια, ιεραρχικά οργανωμένα σε σμήνη και γαλαξίες, και οι τελευταίοι πάλι, σε σμήνη γαλαξιών. Για κείνους που ταξιδεύουν, τ' αστέρια είναι οδηγοί. Για άλλους δεν είναι παρά μικρά φώτα. Για άλλους, τους σοφούς, είναι προβλήματα. Λέγεται, ότι όσα είναι ορατά με γυμνό μάτι, ανήκουν στο Γαλαξία μας και παρά τους σχετικούς μύθους ότι δεν μπορούν να μετρηθούν, δεν ξεπερνούν τις τρεις χιλιάδες.


Τι μεγάλος που ήταν ο κόσμος...



*Είναι η Σάμος, η οποία στην αρχαία φιλολογία αναφέρεται με ποιητικά επίθετα, όπως Υδρηλή, για τα πολλά νερά της, Δόρυσα, Δρύουσα και Κυπαρισσία για τα ξύλα και τα δέντρα της, Μελάνθεμος Φύλλις και Ανθεμίς, για την πλούσια βλάστηση και τα πολλά άνθη της.


Συνεχίζεται...

Κυριακή 29 Αυγούστου 2010

Η ιστορία μιας Αμαδρυάδας... (μικρόκοσμος)


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας σπόρος...

Εκεί μέσα στη γη, το χώμα τον αγκάλιαζε απαλά. Τον προστάτευε και τον έτρεφε, γιατί δεν μπορούσε να κάνει τίποτα από μόνος του. Όλα ήταν στοργικά και φιλόξενα για τον μικρό σπόρο, κι αυτός ένιωθε όμορφα που ακουμπούσε στο χώμα. Απλώθηκε λοιπόν όσο μπορούσε και ρίζωσε στη γη.


Μέσα στο υγρό και σκοτεινό σπίτι του, υπήρχε ένα αόρατο εργαστήρι. Μια ομάδα από ειδικευμένους οργανισμούς δούλευαν για να καταστήσουν παραγωγικό και γόνιμο το ανώτερο στρώμα του εδάφους. Στα πρώτα 5 έως 7 εκατοστά, που λέγεται ζώνη αποσύνθεσης, οι οργανικές ουσίες αποσυντίθενται από ειδικά βακτήρια, μύκητες και φύκια. Στην ομάδα αυτή προστίθενται οι γεωσκώληκες, οι μαλακρίδες, τα μυρμήγκια, οι αράχνες και τα ακάρεα.


Αμέσως κάτω από τη ζώνη της αποσύνθεσης ακολουθεί η ζώνη του χούμου, η οποία είναι από 10 έως 30 εκατοστά παχιά. Σε αυτό το στρώμα ζουν άλλου είδους οργανισμοί, που δεν αποσυνθέτουν παρά δημιουργούν και προετοιμάζουν το σάπιο οργανικό υλικό σε σταθερό χούμο, έτοιμο προς αφομοίωση από τα φυτά. Αυτή η ανακύκλωση από τον μικρόκοσμο του εδάφους είναι μια κατάσταση διαρκείας εφόσον οι συνθήκες είναι ευνοϊκές.


Ο μικρός σπόρος έβλεπε όλα αυτά τα θαυμαστά πράγματα που συνέβαιναν γύρω του και ήθελε να δώσει κι εκείνος ότι καλύτερο είχε. Μάζεψε λοιπόν όλη τη δύναμή του και πέταξε ένα μικρό πράσινο βλαστάρι. Το βλαστάρι χώθηκε μέσα στο μαλακό χώμα, ψήλωνε και μεγάλωνε. Δεν του έφτανε πια το υγρό και σκοτεινό σπίτι του, ήθελε να δει και να μάθει καινούργια πράγματα, είχε έρθει η ώρα να δοκιμάσει τι μπορεί να κάνει στη ζωή.


Τρύπησε τότε τη γη κι έβγαλε το κεφαλάκι του έξω...



Συνεχίζεται...

Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Στα χνάρια του Πάνα

Κλαπάδος


Το κάλεσμα της Σύριγγας που αντηχεί στους
στεναγμούς σου, εκείνης που τόσο αγάπησες,
ακολουθώ.

Τις τραγίσιες πατημασιές που έχουν αφήσει στη
λάσπη τα πόδια σου, σε δύσβατα μονοπάτια,
ακολουθώ.

Κάποιες νύχτες κράτησε αυτό ή κάποιες στιγμές,
δεν ξέρω.


Ώσπου τα χνάρια σου αφήκαν να δηλούν ότι
κρύφτηκες σε μία σπηλιά.


Εκεί όπου οι Νύμφες του νερού έχουν σμιλεύσει
στα σωθικά της υφάσματα αλυπόρφυρα.

Εκεί όπου οι θνητοί κάποτε έσμιγαν τα κορμιά
τους ευλαβικά.


Τώρα όλα χορεύουν, στον ερωτικό ρυθμό
των στεναγμών σου.




Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2009

Αλκυόνη


Μικρή μου Αλκυόνη, άργησα να καταλάβω τη μικρή και μελαγχολική σου ζωή.

Τυχαία έμαθα τούτη τη λεπτομέρεια, ότι κάποτε έπεσες σε σφάλμα.
Καυχήθηκες, λέει, πόσο ευτυχισμένη ήσουν με τον άντρα σου τον Κήυκα και αυτοαποκαλούσασταν Ζευς και Ήρα.

Τόσο πολύ οργίστηκε ο Δίας με αυτή σας την ασέβειά που σας μεταμόρφωσε, εσένα σε ψαροπούλι και τον Κήυκα σε όρνιο.

Έτσι καταδικάστηκες να σκάβεις βαθιές τρύπες στις όχθες των ποταμών για τη φωλιά σου, κόρη του Ανέμου, και να τρέχεις απελπισμένη από δω και από κει στις ερημιές για να βρεις το αγαπημένο σου ταίρι.

Καταδικάστηκες να σε συντροφεύει η δυστυχία, γιατί αντίθετα από τα άλλα πουλιά που γεννούν και κλωσούν τα αυγά τους την άνοιξη, εσύ γεννάς μέσα στη βαρυχειμωνιά, και τα μανιασμένα κύματα της θαλάσσας άρπαζαν τα αυγά σου, και έκλαιγες σπαραχτικά, φωνάζοντας…

"Ζεεεε (υ) …."

Ώσπου κάποια στιγμή, ο θεός που τόσο σκληρά σε είχε τιμωρήσει, σε λυπήθηκε, και διέταξε τη θάλασσα και τους ανέμους να ησυχάσουν για δύο βδομάδες μέσα στο Γενάρη, για όσες μέρες δηλαδή κλωσάς τα αυγά σου.

Έτσι αυτές οι μέρες ονομάστηκαν αλκυονίδες μέρες.

Όμως τον αγαπημένο σου Κήυκα δεν ξανασυνάντησες ποτέ, και πίσω από τις εκβολές τών ποταμών και τις πυκνές καλαμιές ακόμα τον περιμένεις, και με την αισθητή και διαπεραστική φωνή σου κάθε τόσο τον καλείς να γυρίσει πίσω…

"ζεεεε…."


Τι είναι αυτό, Δαίδαλε, που σε κάνει να κοιτάζεις ψηλά και να θέλεις να πετάξεις;


Τι είναι αυτό, Δαίδαλε, που σε κάνει να κοιτάζεις ψηλά και να θέλεις να πετάξεις;

Να λυτρωθείς από έναν λαβύρινθο που ο ίδιος έχεις εμπνευστεί και έχεις κατασκευάσει, και τώρα πασχίζεις να ξαναβρείς την κανονική σου μορφή, χρησιμοποιώντας κέρινα φτερά, να πας που;

Υποκινείς το ίδιο σου το παιδί να μεταχειριστεί την εφεύρεσή σου και το εξορκίζεις να μην πλησιάσει απερίσκεπτα τον ήλιο. Δεν σκέφτηκες ότι τυφλωμένος από την ματαιοδοξία του δεν θα ακολουθήσει τη συμβουλή σου;

Ναι, γεμάτος ματαιοδοξία και με εμπιστοσύνη στα κέρινα φτερά που του χάρισες, δεν θα ακολουθήσει καμία φρόνιμη συμβουλή. Θα υπερβεί κάθε μέτρο και θα φτάσει στον Ήλιο!

Το κακό όμως δεν θα αργήσει να έρθει...

Οι καυτές αχτίδες του Ἡλιου θα λιώσουν τα δεσίματα των φτερών του και τότε θα πέσει στη θάλασσα και θα πνίγει.

Με πόνο ψυχής τότε θα κατέβεις και θα περιμαζέψεις το νεκρό του σώμα και θα το θάψεις σε ένα νησί που αργότερα θα πάρει το όνομά του. Απαρηγόρητος θα φτάσεις στη Κύμη και θα αφιερώσεις τα φτερά του στον Απόλλωνα για να σου χαρίσει την ελευθερία...

Ένας και μόνο μύθος δεν αρκεί για να εξαντλήσει την αληθινή διεργασία του ψυχισμού του παιδιού σου, που στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκος απ' όσο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Και μην έχεις αυταπάτες ότι η θυσία της ζωής του θα σταθεί παράδειγμα για κανέναν.

Όχι.

Η ιστορία αυτή θα επαναληφθεί πολλές φορές ακόμη.


Ηχώ

Λεπέτυμνος

Κάποτε σκαρφάλωσα σε ένα βουνό.

Ήταν το ψηλότερο που είχα δει ως τότε στη ζωή μου.

Από ένα τόσο ψηλό βουνό, σκέφτηκα, σίγουρα θα μπορούσα να σε δω, όμως το μόνο που αντίκρισα ήταν οι ίδιες με βελόνες μυτερές κορφές των βράχων.

Τότε αποφάσισα να παίξω ένα παιχνίδι.

Έβαλα τις παλάμες μου σε σχήμα χωνιού στο στόμα και φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα:

"Είσαι εκεί;"

Και συνέβη κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ...

Απέναντί μου, μέσα στην άκρα σιωπή, πρόβαλε μια όμορφη κόρη, και βάζοντας κι αυτή τα χέρια της γύρω στο στόμα, απάντησε τρεις φορές, με παρατεταμένη, καθαρή φωνή:

"Είσαι εκεί… είσαι εκεί… είσαι εκεί;"

Αργότερα, έμαθα ότι ήταν μια παρθένα, που την είχαν αναθρέψει οι Νύμφες, και οι Μούσες της είχαν διδάξει την τέχνη του τραγουδιού, του αυλού και της σύριγγας. Αγαπούσε, λέει, τη μοναξιά και απέφευγε τη συντροφιά των θεών και των ανθρώπων, καθώς και τον ερώτά τους.

Ώσπου μία μέρα, σε μία περιπλάνηση της στα δάση είδε και ερωτεύτηκε παράφορα το Νάρκισσο. Εκείνος όμως την περιφρόνησε, γιατί ήταν ήδη ερωτευμένος... με τον εαυτό του.

Τότε εκείνη κρύφτηκε στις έρημες σπηλιές όπου ο πόνος και το πείσμα έλιωναν το σώμα της και εξάτμιζαν το αίμα της, και μόνο η φωνή της διατηρήθηκε καλά, που και αυτή ακόμα ακούγεται σαν επαναλήψη λέξεων άλλων…


Αράχνη

Κάποτε, μία τυχαία και εντελώς ασημάντη λέξη
προσδίδει μία απροσδοκήτη σημασία στο ποίημα,
όπως π.χ. στο εγκατελειμμένο υπόγειο, όπου
κανείς δεν κατεβαίνει από καιρό, το μεγάλο άδειο κιούπι,
στο σκοτεινό του χείλος περπατάει χωρίς νόημα μία αράχνη,
χωρίς νόημα για σένα, μα ίσως όχι για κείνη.


Γιάννης Ρίτσος


Ξακουστή η Αράχνη για τα υφαντά της αλλά και για την αλαζονεία της.

Καυχήθηκε κάποτε πως ήταν ανώτερη από την θέα στην υφαντική τέχνη και την προκάλεσε σε μονομαχία. Φυσικά αυτή η πρόκληση δεν μπορούσε να αφήσει αδιαφόρη την κόρη του Δία, πολύ περισσότερο αφού προερχόταν από μια θνητή.

Και έτσι ο αγώνας άρχισε...

Ύφαινε και κεντούσε η Αθηνά την Ακρόπολη, τον αγώνα της με τον Ποσειδώνα, που θα έκρινε ποιος από τους δυο θα κέρδιζε την Αθήνα. Κι ακόμη κεντούσε την ιστορία του βασιλιά της Θράκης που μαζί με την γυναίκα του Ροδόπη περηφανεύτηκαν πως είχαν τη δύναμη του Δία και της Ήρας και γι' αυτή τους την ασέβεια ο Δίας τους μεταμόρφωσε σε βουνά.

Ύφαινε και κεντούσε και η Αράχνη ιστορίες των θεών και έδειχνε σε αυτές τις πολλές μεταμορφώσεις του Δία, που άλλοτε γινόταν ταύρος, άλλοτε κύκνος, άλλοτε χρυσή βροχή...

Όταν τέλειωσε ο αγώνας η Αθηνά πήρε στα χέρια της το κέντημα της Αράχνης, άδικα προσπάθησε να βρει κάποιο ψεγάδι.

Ήταν το καλύτερο που είχε δει ποτε της...

Δεν ήταν δυνατόν όμως να αφήσει ατιμώρητη την ασέβεια και την αλαζονεία της, γι΄αυτό την άγγιξε στο μέτωπο με την σαϊτα της και την μεταμόρφωσε σε έντομο, κι εκείνη τρελή απ' το κακό της τύλιξε στο λαιμό της όση κλωστή είχε περισσέψει στο αδράχτι και με αυτήν κρεμάστηκε από το ταβάνι του σπιτιού της.

Η θεά όμως την λυπήθηκε, και την άφησε να ζήσει, καταδικασμένη, να κρέμεται πάντα στα ταβάνια και να περπατάει στα σκοτεινά και εγκατελειμένα υπόγεια των σπιτιών και εκεί να υφαίνει αδιάκοπα, μη μπορώντας να ξεχάσει την παλιά της τέχνη.


'Ιρις

Περιοχή Ντούμπες, Στύψη Λέσβου


Ήταν κόρη του Θαύμαντα και της Ωκεανίδας Ηλέκτρας.

Οι Έλληνες την φαντάζονταν φτερωτή και ορμητική σαν θύελλα με πολύχρωμο χιτώνα, να πετά ανάλαφρη σαν τον αέρα στα ουράνια πάνω από στεριές και θάλασσες και να φέρνει σε θνητούς και αθάνατους τις παραγγελειές.

Ο μύθος λέει πως όταν οι θεοί ήθελαν να ορκιστούν, ο Δίας έστειλε την Ίριδα να γεμίσει από την Στύγα, τη μαύρη πηγή του Άδη, το χρυσό της ποτήρι. Ο δρόμος που ακολουθούσε στον ουρανό χαρασσόταν επτάχρωμος καθώς μετέφερνε το "ιερό ύδωρ". Μετά οι θεοί το έχυναν στη γη, ορκίζονταν στα νερά της Στύγας και ο όρκος τους πια ήταν αμετάκλητος.

Άραγε χάνεται η μαγεία του μύθου που αναδίδει η ομορφιά της Ίριδας όταν μέσα από το πρίσμα αναλύσουμε το φως στα χρώματα της;

Όχι βέβαια, τα μυστήρια δεν χάνουν ποτέ την γοητεία τους.

Και αν προσπαθήσουμε να την πλησιάσουμε και να απλώσουμε το χέρι μας, θα καταφέρουμε άραγε να την αγγίξουμε;

Τραγικό πλάσμα ο άνθρωπος. Ενας Δον Κιχώτης, που βαδίζει μέσα σε αυταπάτες, πλασμένος από λύπη, τρέλα κι ελπίδα, θαρρεί πως μπορεί να απλώσει το χέρι του και να αγγίξει μία θεά.


Ιθάκη


Ιθάκη.

Ένα όνομα ταυτισμένο με την ιδέα της νοσταλγίας και της επιστροφής, ως τελικού και ιδανικού σκοπού, μέσα από ένα ταξίδι γεμάτο περιπέτειες.


Στο πηγαιμό για την Ιθάκη όλοι ξεκινάμε με κάποια όνειρα. Ταξίδι δίχως όνειρο δεν υπάρχει. Άκομα και τα μωρά που δεν έχουν γεννηθεί, ονειρεύονται στους κόλπους της μητέρας τους το φως της ημέρας. Αν δεν το ονειρευτούν, δεν γεννιούνται.

Έτσι το ταξίδι αυτό που μοιάζει με σπείρα, η οποία αποτελείται από πολλούς κύκλους, δεν διαφέρει για κάθε άνθρωπο.

Λογικά και αναμενόμενα ένας τέτοιος κύκλος παίρνει την μορφή μιας σπειροειδούς κινήσεως, εκτός, αν το γλυκό τραγούδι των Σειρήνων ή τα μάγια μιας όμορφης Καλυψώς το τρέψουν σε κύκλο, ο οποίος σε κάποιο σημείο κλείνει και η κινήσή του σταματά.

Όμως τότε θυμόμαστε την Ιθάκη μας και θέλουμε να γυρίσουμε πίσω, γιατί στην ουσία τίποτα δεν μπορεί να βγάλει το νησί μας από τον θρόνο της ψυχής μας.

Έτσι ο κύκλος συνεχίζει σε κάποια εφαπτομένη του, διατηρώντας ο καθένας μας την αρχική στρομφορμή της δικής του μοναχικής του πορείας.